ΕΝΑ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

 

Στη γειτονιά μου βλέπω όλο έναν άστεγο, κοντά στα σαράντα μάλλον, αν και μπορεί να είναι μικρότερος, έχει σκοτεινό βλέμμα και μια μπερδεμένη γενειάδα, τα ρούχα του είναι αλλόκοτα, όχι κουρελιασμένα ακριβώς αλλά αλλόκοτα, και είναι πάντα τυλιγμένος με όσες κουβέρτες βρίσκονται στην κατοχή του, όσες είναι κτήμα του, περιουσία του, «βρέξει-χιονίσει» κυριολεκτικά, είτε με τις μεγάλες ζέστες είτε με μπόρες και χαλάζι. Κάποιοι του δίνουν λίγες δεκάρες, κάποιοι άλλοι του αφήνουν ένα σάντουιτς, ή μισό, δεν απαντά σε όποιον και να του μιλάει, και δεν λέει ποτέ του καν ευχαριστώ, ο περιπτεράς εκεί δίπλα μού έχει πει πως αρνείται να πάει σε καταφύγιο αστέγων και πως όποτε τον πηγαίνουν με το ζόρι εκείνος ξεγλιστρά και ξανάρχεται στη γωνιά του, δεν φαίνεται να συμπαθεί κανέναν μα κανέναν, ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.

Εκτός από τον σκύλο του.

Έχει ένα σκύλο, που «μένει» μαζί του. Όποτε περνώ από κει, ο σκύλος είναι εκεί, ξαπλωμένος δίπλα του, κολλητά επάνω του. Συχνά, τον σκεπάζει κι αυτόν με τα κουρέλια που έχει για κουβέρτες, κι έτσι φαίνεται μόνο η μουσούδα του σκύλου, τα κλεισμένα του μάτια, τα τεντωμένα ακόμη και στον ύπνο του αυτιά, η μύτη του που λαμπυρίζει νοτισμένη.

Ο σκύλος μεγάλωσε μαζί του, τον θυμάμαι από μικρό κουτάβι, όταν τον είχε υιοθετήσει ο άστεγός μου, πρέπει να ήταν πέρυσι στις αρχές του έτους, μα τώρα πια έχει γίνει μεγάλος και βαρύς, αν και δεν μπορώ να σκεφτώ τι τρώει ή ποιος τον ταΐζει. Ίσως το αφεντικό του, ίσως οι περαστικοί. Ίσως να σηκώνεται τα βράδια και να ψάχνει στα σκουπίδια. Δεν ξέρω.

Αλλά όποτε τους βλέπω έτσι, άνθρωπο και σκύλο, ξαπλωμένους στο πλευρό, κολλητά ο ένας με τον άλλο, σκεπασμένους με εκείνα τα λερά σεντόνια, κάτι σκιρτάει μέσα μου, αποστρέφω το βλέμμα, αισθάνομαι ενοχλημένη, κι ας μην ξέρω ακριβώς από τι. Και αισθάνομαι λίγο μόνη. Δεν θα μάθω ποτέ την ιστορία αυτού του άντρα.

Σήμερα είδα για πρώτη φορά πως ο σκύλος είναι θηλυκός και πως με κοιτούσε κι εκείνος με συγκατάβαση και σχεδόν με σοφία, ανοίγοντας λίγο τα μάτια του πάνω από τα σκεπάσματα που δεν τον κάλυπταν ολόκληρο. Ο άστεγος κοιμόταν βαθιά, η σύντροφός του τον φιλούσε, κόσμος πήγαινε και ερχόταν, η Γη έτρεχε με φούρια, όλα γίνονταν και όλα περνούσαν, κι εκείνοι οι δυο έκαναν αυτό που ήξεραν να κάνουν καλύτερα, αυτό που ήθελαν να κάνουν, και να είναι, πάνω από καθετί άλλο στη ζωή. Να βρίσκονται εκεί, μαζί, και να ξαπλώνουν σκεπασμένοι. Η ζωή περνά, αλλά δεν τελειώνει ποτέ.

Και είναι ανεξερεύνητη. Και έτσι θα μείνει.

Add a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *